Η μνήμη που δεν έσβησε…

η αίσθηση που έμεινε άγρυπνη μέσα στο σώμα. Αυτό το μωρό δεν μιλάει με λέξεις, μιλάει με σιωπές. Κρύβεται πίσω από βλέμματα που έμαθαν να αντέχουν στον πόνο, πίσω από λέξεις που ειπώθηκαν χωρίς να ειπωθούν ποτέ πραγματικά. Είναι το μωρό που κάποτε περίμενε να το δουν, να το αγκαλιάσουν, να το κατανοήσουν, να το αποδεχτούν. Είναι το μωρό που έμαθε από νωρίς πως η αγάπη δεν είναι δεδομένη, αλλά κάτι που ίσως πρέπει να κερδηθεί, να αποδειχθεί και συγχρόνως να μην ενοχλήσει.

Και έτσι σώπασε. Και μαζί με εκείνο ο πόνος και η θλίψη αφήνοντας ένα ανεξίτηλο σημάδι. Και τότε έκανε αυτό που κάνουν όλα τα παιδιά για να επιβιώσουν. Έγινε ήσυχο. Έγινε ‘καλό’. Έγινε βολικό. Έγινε αυτό που χρειαζόταν για να μη χαθεί η σύνδεση, η επαφή, η αγάπη που τόσο είχε ανάγκη για να επιβιώσει. Έμαθε να μην ζητάει πολλά, κατάπιε τις λέξεις, τις σκέψεις και τα συναισθήματά του προκειμένου να μην διαταράξει κάτι εύθραυστο. Και κάπου εκεί, χωρίς να το καταλάβει, άφησε τον εαυτό του στην άκρη. Όχι γιατί δεν τον χρειαζόταν, αλλά γιατί έμαθε πως για να μείνει κοντά στους άλλους έπρεπε πρώτα να απομακρυνθεί από τον εαυτό του. Κι έτσι μεγάλωσε. Με μια προσαρμοστικότητα που έκρυβε άγχος και αγωνία. Με μια ευγένεια που έδειχνε φόβο κι ένα επίπλαστο χαμόγελο που φανέρωνε πίστη στους άλλους και βαθιά εγκατάλειψη στον εαυτό του.

Αλλά υπάρχει μια στιγμή – πάντα υπάρχει – που αυτό το μωρό δεν αντέχει άλλο να σιωπά και ζητάει κάτι πολύ πιο βαθύ: να το συναντήσεις, να το αγκαλιάσεις, να το φροντίσεις. Να σταθείς δίπλα του χωρίς να το διορθώσεις, χωρίς να το κρίνεις και να του προσφέρεις εκείνη την παρουσία που πια δεν φεύγει, δεν προσποιείται και δεν χρειάζεται να γίνει κάτι άλλο για να αγαπηθεί. Απλώς να υπάρξει μέσα από τις αισθήσεις του χωρίς άλλες σιωπές, γιατί απλώς δεν υπάρχει πια κάτι για να φτιάξει, να αποδείξει, να διορθώσει ή να στρογγυλέψει για να ανήκει.

Η πιο βαθιά μετακίνηση είναι όταν σταματάς να στέκεσαι απέναντί σου ως κριτής και τοποθετείσαι δίπλα σου σαν παρουσία χωρίς να σε εγκαταλείπεις ποτέ ξανά. Χωρίς «όρους», «αν», «μήπως», «όταν», χωρίς να χρειάζεται να «μεταφραστείς» για να ακούσεις.

Όπως λέει ο Ρίτσος «για να φτάσεις την αλήθεια θα πρέπει πια να μην περιμένεις τίποτα».

Κι εκεί, μέσα σε αυτή τη σιωπή που δεν πονάει πια, αναδύεται κάτι που δεν χρειάζεται να ειπωθεί για να είναι αληθινό: δεν είναι το κενό της απουσίας, αλλά ο χώρος της παρουσίας.

Ίσως τελικά η αλήθεια να μην είναι κάτι που βρίσκεις, αλλά κάτι που μένει όταν σταματήσεις να περιμένεις. Όταν δεν ζητάς πια να σε δουν, να σε σώσουν, να σε επιβεβαιώσουν. Όταν δεν περιμένεις τίποτα. Και τότε – όχι ως ανταμοιβή – αλλά ως φυσική συνέχεια μένεις με ό,τι είσαι, με ό,τι υπήρξες και με ό,τι θέλεις να είσαι. Και για πρώτη φορά αυτό αρκεί για να συναντηθείς με το «καλά» σου.

Σοφία Κυριακοπούλου

Κλινική ψυχολόγος-παιδαγωγός.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *